Τέλος εποχής για την Γκίλφοϊλ στην Αθήνα: Τα σκάνδαλα και η δυσαρέσκεια του Λευκού Οίκου

Ραγδαίες εξελίξεις στην υπόθεση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, καθώς ο Λευκός Οίκος επιβεβαίωσε σήμερα ότι ζήτησε από την Αμερικανίδα πρέσβειρα στην Ελλάδα να υποβάλει την παραίτησή της.

Η ανακοίνωση έρχεται ουσιαστικά να σηματοδοτήσει την κορύφωση μιας κρίσης, που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται τις προηγούμενες εβδομάδες, μετά τη δημοσιοποίηση καταγγελιών για τη συμπεριφορά της, τις οικονομικές της συναλλαγές και τη φερόμενη αξιοποίηση της διπλωματικής της ιδιότητας.

Την εξέλιξη επιβεβαίωσε η νέα εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Κέιτι Ζακαρία, κατά την ενημέρωση των δημοσιογράφων. «Ζητήσαμε από την πρέσβειρα Γκίλφοϊλ να παραιτηθεί», ανέφερε, προσθέτοντας ότι υπήρξε πολύτιμο μέλος της ομάδας και ότι της εύχονται καλή συνέχεια.

Από τη δημόσια δυσαρέσκεια Τραμπ στο επίσημο αίτημα παραίτησης

Η σημερινή εξέλιξη είχε ουσιαστικά προαναγγελθεί μία ημέρα νωρίτερα. Τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ, ερωτηθείς από δημοσιογράφους εάν εξετάζει την απομάκρυνση της πρέσβειρας, απάντησε, ότι η υπόθεση εξετάζεται και ότι η κυβέρνησή του δεν είναι ικανοποιημένη.

Οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου ακολούθησαν δημοσιεύματα που έφεραν την Γκίλφοϊλ αντιμέτωπη με σοβαρές καταγγελίες για τη διαχείριση προσωπικών οικονομικών υποχρεώσεων και για ενδεχόμενη χρήση της πρόσβασής της στην αμερικανική κυβέρνηση προς εξυπηρέτηση, ιδιωτικών συμφερόντων.

Η μετάβαση από τη δημόσια έκφραση δυσαρέσκειας στο επίσημο αίτημα παραίτησης αποτυπώνει την αλλαγή στάσης της αμερικανικής διοίκησης απέναντι στην πρέσβειρα, ενόψει μάλιστα, των επερχόμενων εκλογών.

Η υπόθεση των 100.000 δολαρίων

Στο επίκεντρο της δημοσιότητας βρίσκεται η καταγγελία, ότι η Γκίλφοϊλ ζήτησε από τον Έρικ Ντίτερς, επιχειρηματία και υποστηρικτή του Τραμπ, να καταβάλει 100.000 δολάρια για την εξόφληση προσωπικού λογαριασμού της πιστωτικής της κάρτας American Express.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα της Wall Street Journal και της Washington Post, ο Ντίτερς προσκόμισε μηνύματα και έγγραφα σχετικά με την επικοινωνία του με την Γκίλφοϊλ. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η επικοινωνία αφορούσε στην περίοδο πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιβεβαίωσής της, ως πρέσβειρας από τη Γερουσία.

Ο ίδιος έχει υποστηρίξει, ότι η πιθανή οικονομική συναλλαγή συνδεόταν με την προσδοκία πρόσβασης σε κυβερνητικά στελέχη και διευκόλυνσης αιτημάτων του. Τα δημοσιεύματα αναφέρουν επίσης, ότι στο παρελθόν είχε καταβάλει χρήματα για ομιλίες και δημόσιες εμφανίσεις της.

Η πλευρά του Ντίτερς, δεν αποτελεί ωστόσο, αρμόδια αρχή που αποφαίνεται για την ύπαρξη ή μη παράνομης συναλλαγής. Οι ισχυρισμοί του, όπως και τα μηνύματα που έχουν δημοσιοποιηθεί, πρέπει να αξιολογηθούν στο σύνολό τους από τα αρμόδια όργανα.

Οι δικηγόροι της Γκίλφοϊλ αμφισβήτησαν τη γνησιότητα των επίμαχων μηνυμάτων και υποστήριξαν, ότι τα χρήματα στα οποία αναφέρονταν οι σχετικές επικοινωνίες αφορούσαν σε αμοιβές για υπηρεσίες, δημόσιες εμφανίσεις και ομιλίες που είχαν πραγματοποιηθεί πριν από την υποψηφιότητά της, για την πρεσβεία. Η ίδια δεν έχει απαντήσει δημοσίως, με ολοκληρωμένη προσωπική τοποθέτηση, σε όλες τις επιμέρους αναφορές.

Στο μικροσκόπιο και οι επαφές με επιχειρηματικά συμφέροντα

Οι καταγγελίες δεν περιορίζονται στην προσωπική οικονομική υπόθεση. Δημοσιεύματα της Wall Street Journal έχουν αναφερθεί σε περιστατικά που αφορούν σε ταξίδια με ιδιωτικά αεροσκάφη, φερόμενη αποδοχή παροχών από επιχειρηματίες, καθώς και επαφές με εκπροσώπους εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί ισχυρισμοί, ότι η πρέσβειρα προώθησε επιχειρηματικά συμφέροντα συγκεκριμένης ελληνικής εταιρείας και ότι πρόσωπο που συνδέεται με εταιρικά συμφέροντα συμμετείχε σε διπλωματικές συναντήσεις.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει αποκτήσει και καταγγελία για φερόμενη απειλητική αναφορά προς Έλληνα αξιωματούχο, με την οποία αποδίδεται στην πρέσβειρα η θέση, ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την ελληνική κυβέρνηση, εάν το επέλεγαν. Πρόκειται για ισχυρισμό που έχει δημοσιευθεί και έχει προκαλέσει σφοδρές, πολιτικές αντιδράσεις.

Έλεγχος από τις αμερικανικές αρχές και πιέσεις από το Κογκρέσο

Σύμφωνα με το Associated Press, Αμερικανός αξιωματούχος ανέφερε, ότι το γραφείο του γενικού επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ εξετάζει τις καταγγελίες. Το ίδιο πρακτορείο διευκρίνισε, ότι δεν ήταν σαφές εάν είχε αρχίσει επίσημη έρευνα πλήρους κλίμακας, καθώς οι αρχικές αξιολογήσεις ενδέχεται, να παραμένουν σε προκαταρκτικό στάδιο.

Την ίδια ώρα, η υπόθεση έχει προκαλέσει αντιδράσεις στο αμερικανικό Κογκρέσο. Η γερουσιαστής Τζιν Σαχίν, κορυφαίο στέλεχος των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, είχε ζητήσει από τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο να εξετάσει καταγγελίες σχετικά με πιθανή προώθηση επιχειρηματικών συμφερόντων και πρόσβαση λομπίστα σε επίσημες κυβερνητικές συναντήσεις.

Σε επιστολή της στις 6 Οκτωβρίου, η Σαχίν υποστήριξε, ότι τέτοιες πρακτικές, εφόσον επιβεβαιωθούν, θα μπορούσαν να πλήξουν την αξιοπιστία των ΗΠΑ στο εξωτερικό και να δημιουργήσουν ζητήματα δεοντολογίας. Η παρέμβαση αυτή προηγήθηκε του σημερινού αιτήματος παραίτησης και δείχνει, ότι η υπόθεση είχε ήδη αποκτήσει θεσμική διάσταση στην Ουάσιγκτον.

Τι υποστηρίζει η πλευρά της Γκίλφοϊλ

Οι δικηγόροι της Αμερικανίδας πρέσβειρας έχουν απορρίψει τις αιτιάσεις περί ανάρμοστης συμπεριφοράς. Ειδικά για τα ταξίδια με ιδιωτικά αεροσκάφη, έχουν υποστηρίξει, ότι πριν από κάθε μετακίνηση η Γκίλφοϊλ ζητούσε και λάμβανε καθοδήγηση από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και ότι τηρούσε τους ισχύοντες κανονισμούς.

Για το ζήτημα των χρημάτων, η υπερασπιστική γραμμή επικεντρώνεται στον ισχυρισμό ότι επρόκειτο για οφειλόμενες αμοιβές για προγενέστερες επαγγελματικές υπηρεσίες, ενώ αμφισβητείται η αυθεντικότητα των μηνυμάτων που έχουν προβληθεί ως αποδεικτικά στοιχεία.

Η σημασία για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις

Η εξέλιξη αφορά σε μια διπλωματική θέση με ιδιαίτερη σημασία για τις σχέσεις Αθήνας και Ουάσιγκτον. Η Ελλάδα αποτελεί σύμμαχο των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ και διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο, μεταξύ άλλων μέσω στρατιωτικών υποδομών και συνεργασίας, σε ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας.

Ωστόσο, η υπόθεση δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη λειτουργία της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα, τη συνέχεια των διπλωματικών επαφών και τον τρόπο με τον οποίο θα διασφαλιστεί ότι οι επίσημες συναντήσεις και οι συνεργασίες υπηρετούν αποκλειστικά θεσμικούς σκοπούς.

Ερώτημα παραμένει και το ποιος θα είναι ο αντικαταστάτης της, αλλά και το χρονικό διάστημα που θα απαιτηθεί για την άφιξή του στην Ελλάδα.

Leave a Comment


The reCAPTCHA verification period has expired. Please reload the page.